Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Μια Χούφτα Χώμα


Όποτε έρχομαι στην Μακεδονία, βάζω παραπάνω νοσταλγίες πάνω στις νοσταλγίες της πατρίδος μου με άπειρες αναμνήσεις. Θυμάμαι με πολύ μεγαλύτερη νοσταλγία την πατρίδα μου. Πατρίδα και πατρίδα… Δεν ακούω τίποτα παραπάνω. Και αυτήν την φορά γνώρισα πολλούς ανθρώπους που τους έλειπε η πατρίδα τους. Μια από αυτούς ήταν μια γιαγιά στα ογδόντα της. Όσο καθόμασταν σε εκείνη την ταβέρνα μας έλεγε συνέχεια για τον Κωνσταντινουπολίτη πατέρα της. Πρέπει να είναι αυτή άραγε και η πατρίδα και η ξενιτιά. Κι εγώ είμαι σαν αυτούς τους ανθρώπους. Το μόνο που μιλάω είναι αυτό. Η πατρίδα… Και το νερό και το χώμα της πατρίδος μας είναι διαφορετικά. Τα τριαντάφυλλα μυρίζουν καλύτερα στα δικά μας μέρη. Είναι πολύ πιο νόστιμα και τα λαχανικά και τα φρούτα. Είναι πολύ πιο λαμπερό το φεγγάρι στην πατρίδα μας. Στα μέρη που ανοίξαμε τα μάτια μας ο ήλιος δύει καλύτερα. Σας δίνει χουζούρι. Ο ήλιος που βγαίνει σε αυτά τα μέρη έρχεται από τα δικά μας τα μέρη. Μας κουβαλάει την ομορφιά της πατρίδας μας.


Στη πραγματικότητα, δεν έχουν καμία διαφορά αυτά τα μέρη από τα δικά μας. Η κατάστασή μας είναι λίγο ψυχολογική. Αλλιώς και ο ήλιος και το φεγγάρι είναι οι ίδιοι με τα δικά μας μέρη. Και τα φρούτα και τα λαχανικά είναι τα ίδια. Απλώς εμείς που είμαστε από τα `δικά μας μέρη` δε μπορούμε να πάρουμε την ίδια γεύση. Λείπει συνέχεια κάτι. Όσο και να είναι το ίδιο πράγμα το αλάτι σε όλο τον κόσμο, για μας είναι πικρό το αλάτι σε αυτά τα μέρη. Αυτό που μας λείπει είναι ο αέρας της πατρίδας. Ίσως είναι καλύτερος ο καιρός σε αυτά τα μέρη, ίσως πιο καθαρός αλλά εμείς αρρωσταίνουμε πολύ εύκολα εδώ. Για μας τα πάντα έχουν ένα κουσούρι στην ξενιτιά. Παρόλο που δεν έχουν… Η ξενιτιά είναι το χειρότερο πράγμα από τον θάνατο. Αν πεθάνουμε, δε θέλουμε να σαπίσουν τα κόκκαλα μας στην ξενιτιά. Για μας ο μοναδικός ένοχος είναι η ξενιτιά στα πάντα. Όταν πάμε στην πατρίδα, η επιστροφή είναι σαν θάνατος. Αρρωσταίνουμε από πολύ κλάμα. Και πάλι γίνεται η ξενιτιά η μοναδική ένοχη. Η μοναδική μας θέληση είναι να δούμε τελευταία φορά την πατρίδα μας πριν πεθάνουμε. Αυτά τα ταξίδια γίνονται πιο ιερά από τους Αγίους Τόπους. Τα δικά μας μέρη… Θέλουμε να πεθάνουμε στα μέρη που ανοίξαμε τα μάτια μας. Είναι πολύ παράξενη αίσθηση το να τα νιώσεις βαθύτατα αυτά. Χιλιάδες Πόντιοι, Μικρασιάτες, Καππαδόκες και Κωνσταντινουπολίτες πέθαναν μακριά από την πατρίδα τους με μάτια ανοιχτά. Αλλά τα παιδιά και εγγόνια τους, τους έφεραν μια χούφτα χώμα από τα μέρη που γεννήθηκαν για να σκεπάσουν τους τάφους και τα κόκκαλα τους που κρύωναν στο κρύο κλήμα της ξενιτιάς. Αλλά κάποιοι ήταν τυχεροί που μπόρεσαν να ξαναδούν την πατρίδα τους. Πήραν μαζί τους το χώμα της πατρίδας και με αυτό το χώμα πέθαναν με πολλή νοσταλγία αλλά και με χαρά.

Μια χούφτα χώμα… Τι είναι μια χούφτα χώμα; Τι νόημα έχει; Αλλά για μας είναι τα πάντα. Είναι μάνα που κοιμόμαστε στην αγκαλιά της όταν πεθάνουμε. Στο κρύο τάφο μας, μας γίνεται μια ζεστή κουβέρτα. Γιατί είναι πατρίδα αυτό… Είναι αναμνήσεις… Μα τι είναι αυτή η μια χούφτα χώμα; Να το βάλεις στη γλάστρα θα χαθεί μέσα της. Να βάλεις ένα σπόρο δε θα χωρέσει μέσα του. Αλλά αυτούς που έχουνε τον πόνο της ξενιτιάς, και σκεπάζει και γεμίζει… Γίνεται ολόκληρο παλάτι σε αυτούς που ξέρουν την αξία του. Έτσι είναι η ζωή. Δε ξέρουμε σε ποιον τι παιχνίδι έχει στήσει.

Γνώρισα κάποιους ανθρώπους που κλαίγανε, όταν αναφέρανε για την πατρίδα τους. Τους γινόταν χειμώνας το καλοκαίρι τους. Και εσύ ανατριχιάζεις. Παίρνεις μια κατάσταση που και εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να την εξηγήσεις. Ξαφνικά βουρκώνεις και αρχίζεις να ψάχνεις μέρος για να κλάψεις για να μη σε προδώσουν τα δάκρυά σου.

Αλήθεια αγαπητέ αναγνώστη, πιστεύεις ότι αυτοί οι άνθρωποι ξανανταμώνουν στην πατρίδα τους;